σαρδώ

ἡ, Α
το σάρδιο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μτγν. τ. τής λ. σάρδιον].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Σαρδῶ — Σαρδώ Mete.. fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) Σαρδώ Mete.. fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαρδώ — Mete.. fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαρδώ — όος και οῡς, και, κατά τον Ησύχ., Σαρδώνη, ἡ, Α η Σαρδηνία …   Dictionary of Greek

  • σαρδῶ — σαρδάζω fut ind act 1st sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σάρδῳ — Σάρδος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαρδονικόν — Σαρδώ Mete.. masc acc sg Σαρδώ Mete.. neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαρδονίων — Σαρδώ Mete.. fem gen pl Σαρδώ Mete.. masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαρδοῦς — Σαρδώ Mete.. fem gen sg Σαρδώ Mete.. fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαρδόνιον — Σαρδώ Mete.. masc acc sg Σαρδώ Mete.. neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαρδονικοῦ — Σαρδώ Mete.. masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.